ἐκτάκτους

ἔκτακτος
detailed
masc/fem acc pl

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • στρατοκήρυξ — ήρυκος, ὁ, Α 1. στρατιωτικός κήρυκας, κήρυκας στρατού ή στρατοπέδου 2. α) ένας από τους πέντε εκτάκτους, δηλαδή τους αποσπασμένους σε ειδική υπηρεσία, που ήταν προσκολλημένος στην πρώτη τάξη ή στο πρώτο σύνταγμα στρατιωτών β) καθένας από τους… …   Dictionary of Greek

  • παπισμός — Θεσμός της Καθολικής Εκκλησίας, που εκφράζει και βασίζεται στη διδασκαλία της Εκκλησίας αυτής, κατά την οποία ο επίσκοπος Ρώμης, ως διάδοχος του κορυφαίου των Αποστόλων, του Πέτρου, έχει το πρωτείο τιμής ανάμεσα στη χριστιανική ιεραρχία, και… …   Dictionary of Greek

  • άρση βαρών — Αθλητικό αγώνισμα που συνίσταται στην ανύψωση, με βάση καθορισμένους κανόνες από διεθνή κανονισμό, μιας σιδερένιας ράβδου με μεταλλικές πλάκες στα άκρα της. Οι πλάκες μπορεί να έχουν ποικίλο βάρος και διαστάσεις, αλλά δεν πρέπει να έχουν διάμετρο …   Dictionary of Greek

  • Βαν Κλιφ, Λι — (Νιου Τζέρσι 1925 – Καλιφόρνια 1989). Αμερικανός ηθοποιός. Ο θρυλικός κακός της ταινίας του Σέρτζιο Λεόνε Ο καλός, ο κακός και ο άσχημος (1966), έπαιξε σε περισσότερες από 85 ταινίες, αν και αυτοδίδακτος. Γεννημένος σε μια κωμόπολη του Νιου… …   Dictionary of Greek

  • Νεβέρ, Σαρλ ντε Γκονζόγκ — (Charles de Gonzague, Παρίσι 1580 – Μάντοβα 1637). Διάσημος Γάλλος ευγενής. Διετέλεσε δούκας της Κλεβ, της Μάντοβας, του Μομφεράτου, του Ρεθέλ κ.α. Ήταν συγγενής προς τη δυναστεία των Παλαιολόγων και εμπνευστής ενός μεγαλεπήβολου σχεδίου για την… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.